FOREVER FIGHTING THE WORLD!!!

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Σπασμένο Σπαθί

Πριν την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού στην Ευρώπη, ο Νεραϊδόκοσμος συνυπήρχε με τον κόσμο των ανθρώπων, αόρατος στα μάτια των κοινών θνητών. Μόνο όσοι διέθεταν την μαγική όραση (witch sight) μπορούσαν να δουν τα κάστρα των ξωτικών να ορθώνονται στα ρεικοτόπια και τους ερημικούς λόφους. Και τις νύχτες με καταιγίδα οι ουρανοί τραντάζονταν ακόμη από το Άγριο Κυνήγι του Όντιν και της φασματικής ακολουθίας του.


Την περίοδο που οι Βίκινγκ έκαναν επιδρομές και τελικά εγκαθίσταντο στην Αγγλία και την Ιρλανδία, ο πόλεμος μεταξύ των Ξωτικών και των Τρολ (των δύο ισχυρότερων φυλών του Νεραϊδόκοσμου) μαινόταν. Και αυτή η σύγκρουση με τη σειρά της αποτελούσε αντανάκλαση μιας άλλης, που διεξαγόταν σε υψηλότερο επίπεδο, μεταξύ των Aesir και των Γιγάντων. Εκείνη την εποχή, ο ξωτικοάρχοντας Imric έκλεψε ένα ανθρώπινο μωρό και το αντικατέστησε στην αγκαλιά της μάνας του με ένα "αλλαγμένο" (changeling), το οποίο γέννησε μια αιχμάλωτη πριγκίπησσα των Τρολ. Έτσι ο Skafloc μεγάλωσε στο βασίλειο των Ξωτικών ενώ ο Valgard μεγάλωσε στον κόσμο των ανθρώπων ως το σκοτεινό είδωλο του Skafloc, χωρίς να γνωρίζει την πραγματική του φύση. Οι Aesir έκαναν δώρο στον Skafloc ένα σπασμένο σπαθί, ένα τρομερό όπλο για ώρα ανάγκης. Αλλά οι θεοί έχουν τα δικά τους σχέδια και θνητοί, ξωτικά και τρολ δεν είναι παρά πιόνια στα παιχνίδια τους...


Τα παραπάνω αποτελούν το πλαίσιο και την αφετηρία της νουβέλας The Broken Sword του διάσημου αμερικανού συγγραφέα φαντασίας Poul Anderson. Για τον Anderson έχουμε μιλήσει παλιότερα και μάλλον θα επανέλθουμε και στο μέλλον. Το ΤBS κυκλοφόρησε το 1954. Tο 1971 παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της ιστορικής σειρά Adult Fantasy των εκδόσεων Ballantine μια αναθεωρημένη εκδοχή της νουβέλας που είχε ξαναδουλέψει ο συγγραφέας. Το 2002 η νουβέλα εκδόθηκε στην αρχική μορφή του 1954 από τη σειρά Fantasy Masterworks της Gollancz. Αυτή είναι και η έκδοση που αγόρασα πριν αρκετά χρόνια, όταν και πρωτοδιάβασα το έργο. Είχε προηγηθεί η παρουσίαση του στην έντυπη Πολεμική Σημαία και μια περίοδος μάταιης αναζήτησης του.


Με ύφος που παραπέμπει στις ισλανδικές σάγκες, το TBS αφηγείται την τραγική ιστορία των Skafloc και Valgard. Ο πρώτος θα γίνει πρόμαχος των Ξωτικών, ενώ ο δεύτερος θα διεκδικήσει την αλλοκοσμική κληρονομιά του και θα αποκτήσει ηγετική θέση στις τάξεις των πολεμιστών των Τρολ.  Οι δύο τους θα εμπλακούν στον πόλεμο των νεραϊδολαών, και όταν θα φανεί πως τα Τρολ επικρατούν, ο Skafloc θα αποφασίσει να χρησιμοποιήσει το σπασμένο σπαθί για να αλλάξει τις τύχες του πολέμου. Το τίμημα όμως θα είναι να χάσει την αγαπημένη του Freda και να βυθισθεί στην απελπισία. Μαζί με τον θεό της θάλασσας Mannanan Mac Lir, ο Skafloc θα αναζητήσει στις εσχατιές του Βορρά-στο ζοφερό Jotunheim-τον γίγαντα Bolverk που είναι ο μόνος που μπορεί να ενώσει τα κομμάτια του σπαθιού και σφυρηλατήσει ξανά το όπλο. Τελικά το μαγικό ξίφος θα φέρει την νίκη αλλά και την καταστροφή και η Μοίρα θα συντρίψει τους πρωταγωνιστές, τις ελπίδες και τα όνειρα τους.     


Χωρίς αμφιβολία, το TBS αποτελεί ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία στο χώρο της fantasy λογοτεχνίας. Το χαρακτηρίζει η λιτή γραφή του Anderson και η γρήγορη εξέλιξη της πλοκής, απαλλαγμένη από περιττές φλυαρίες. Σκηνές μαχών και άγριας αιματοχυσίας που θυμίζουν Robert Howard εναλλάσσονται με σχεδόν γοτθικές περιγραφές των τοπίων και των στοιχείων της φύσης, ενώ υπάρχει ικανοποιητική-χωρίς να καταντάει κουραστική-σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Ίσως το πιο γοητευτικό χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ο όμορφος τρόπος που ο συγγραφέας αξιοποιεί τις γνώσεις του πάνω στις ευρωπαϊκές παραδόσεις (κυρίως τις βόρειες) και τις εντάσσει στο έργο του. Λεπτομέρειες όπως η Fand που δακρύζει αναφερόμενη στον ήρωα Cuchulain, ή η συνάντηση του Skafloc με τον εξόριστο από την Ελλάδα φαύνο, ή ακόμα και ο Σατανάς που εμφανίζεται στην γριά μάγισσα λέγοντας της πως σε κάποια προηγούμενη ενσάρκωση του ήταν ο Loki, κάνουν την διαφορά και καθιστούν το TBS ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Επιπλέον, έχει σημασία πως ο Anderson αποφεύγει να προσεγγίσει το υλικό του πάνω στον άξονα της στερεότυπης αντιπαράθεσης Καλού-Κακού, αλλά δημιουργεί ένα πιο σύνθετο έργο όπου δεν υπάρχουν ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές, προκαλώντας τον προβληματισμό του αναγνώστη και δίνοντας μεγαλύτερο βάθος στην ιστορία του.

Το ίδιο το σπασμένο σπαθί παραμένει ανώνυμο στην έκδοση του 1954, ενώ κατονομάζεται ως το σπαθί Tyrfing σε αυτήν του 1971. Το ξίφος που έχει χαραγμένους ρούνους στην λεπίδα του, λάμπει με μια γαλάζια φλόγα και διψάει για αίμα, που χαρίζει την νίκη αλλά και φέρνει τον όλεθρο σε αυτόν που το κραδαίνει, προφανώς αποτελεί την πηγή έμπνευσης για το Stormbringer του Michael Moorcock, ο οποίος είχε σε μεγάλη εκτίμηση το TBS. Μάλιστα η φοβερή εικόνα εξωφύλλου του έβδομου τεύχους του κόμιξ Stormbringer του P. C. Russell ταιριάζει άψογα και με το τέλος του βιβλίου του Anderson: οι ηθοποιοί έπαιξαν τους προκαθορισμένους ρόλους και η Κωμωδία έλαβε τέλος.


Πέρα από την επίδραση του στο έργο του Moorcock αλλά και στο ευρύτερο σύγχρονο fantasy, συχνά τονίζεται πως το TBS κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με τα δύο πρώτα μέρη του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του Tolkien και γίνονται ενδιαφέρουσες συγκρίσεις μεταξύ των δύο έργων. Ωστόσο, θα έλεγα πως το έργο του Tolkien που βρίσκεται σε μεγαλύτερη αντιστοιχία με το TBS είναι το The Children of Hurin. Τα Παιδιά του Χούριν είναι μια από τις ιστορίες που περιέχονται στο Σιλμαρίλιον, αλλά σε ολοκληρωμένη μορφή κυκλοφόρησε το 2007 σε επιμέλεια του Christopher Tolkien. Στην ιστορία του Τούριν, γιού του Χούριν, βρίσκουμε πολλές αναλογίες με αυτήν του Skafloc: η κατάρα που βαραίνει την γενιά του πατέρα του ήρωα, το παιδί των ανθρώπων που μεγαλώνει στο βασίλειο των ξωτικών και γίνεται σπουδαίος πολεμιστής, ο απαγορευμένος αιμομεικτικός έρωτας και η αποκάλυψη του, και θάνατος του ήρωα από το ίδιο το σπαθί του. Επιπλέον ανάγνωσεις των βιβλίων ίσως αποκαλύψουν και άλλες ομοιότητες αλλά και επιμέρους διαφορές.

Επιστρέφοντας στο έπος του Anderson, συνοψίζουμε λέγοντας πως το Σπασμένο Σπαθί είναι ένα βίαιο παραμύθι, μια σκοτεινή ιστορία αίματος και πάθους που θα γοητεύσει κάθε φίλο της fantasy λογοτεχνίας (ιδίως όσους έχουν αγάπη για τους σκανδιναυικούς μύθους). Το έχω ξαναγράψει πως δυστυχώς στην χώρα μας το κλασικό αυτό έργο παραμένει αμετάφραστο. Παλιότερα προσπάθησα ο ίδιος να το μεταφράσω αλλά δεν προχώρησα πέρα από την πρώτη παράγραφο 😛. Ευελπιστώ κάποιος πιο ικανός να δρέψει σύντομα την δόξα της μετάφρασης και να παρουσιάσει το έργο στο ελληνικό κοινό (αν και εικάζω πως δεν θα συγκινήσει πολύ κόσμο).   


Βέβαια ο Κύκλος δεν έχει κλείσει. Ο Όντιν ξεγέλασε την Freda και πήρε το παιδί του Skafloc, ενώ το δαιμονικό σπαθί ρίχτηκε στα βάθη της θάλασσας χωρίς να έχει εκπληρώσει το πεπρωμένο του. Σε ερημικές και στοιχειωμένες γωνιές του κόσμου μας η σύγκρουση των νεραϊδολαών μπορεί να συνεχίζεται, χωρίς να γίνεται αντιληπτή από τις θολωμένες από τον σύγχρονο τρόπο ζωής αισθήσεις μας. Πολλές ιστορίες απομένει να ειπωθούν ακόμη προτού σημάνει η ώρα του Ragnarok. Πόσα αυτιά υπάρχουν όμως για να τις ακούσουν;

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Απόλυτη Εκμηδένιση

Τέσσερις μακρυμάλληδες μουσικοί αναδύονται μπροστά μας σαν πολεμιστές μετα-αποκαλυπτικής ταινίας. Στο φόντο ορθώνεται το μανιτάρι της πυρηνικής έκρηξης και επίκειται η καταστροφή της αμερικάνικης μεγαλούπολης. Η Ώρα της Κρίσης έχει φτάσει, η Απόλυτη Εκμηδένιση πλησιάζει, αλλά κάποιοι θα συνεχίσουν να στέκονται όρθιοι ανάμεσα στα ερείπια...

Clouds of smoke, filled the air
We never saw them, they came from nowhere
Caught under a stone, helpless and trapped
From the ruins we'll grow, To Fight Back!


Όταν μιλάμε για άγριο, τραχύ και αυθεντικό Ηeavy Μetal, ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά δείγματα είναι το θρυλικό Annihilation Absolute των αμερικανών Cities. Οι Cities ήταν μια μπάντα από την Νέα Υόρκη, που αν δεν έχει ξεχαστεί εντελώς σήμερα οφείλεται κυρίως στο γεγονός πως είχε-για ένα διάστημα-στις τάξεις της τον ντράμερ AJ Pero των Twisted Sister. Το Annihilation Absolute κυκλοφόρησε το 1986. Είχαν προηγηθεί κάποια demos και μια EP έκδοση του δίσκου το 1985 με λιγότερα τραγούδια και διαφορετικό ντράμερ. Η μπάντα δεν θα μπορούσε να επιλέξει καλύτερο τίτλο για τον δίσκο αφού οι δύο λέξεις Αnnihilation Αbsolute περιγράφουν με άκρως παραστατικό τρόπο τι συμβάνει στα περίπου 40 λεπτά της διάρκειας του. 

 
Το ΑΑ είναι από τους σπάνιους εκείνους δίσκους που ξεχειλίζουν από ενέργεια και ωμή δύναμη, τσαμπουκά και αίσθημα δρόμου. Διαποτισμένο από την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 80, ανακαλεί στην μνήμη εικόνες από ταινίες όπως το The Warriors (το οποίο ωστόσο βγήκε το 1979), όταν ο Αίαντας συνέτριβε τους Baseball Furies μέσα στο πάρκο. Δεν θα ήταν υπερβολή να γράψουμε πως αποτελεί ένα νοερό ταξίδι στους δρόμους των πόλεων (Cities) της Αμερικής, σε μια περίοδο που ο σκληρός ήχος κυριαρχούσε και τίποτα δεν φαινόταν αδύνατο στους μακρυμάλληδες νεαρούς που περπατούσαν σε αυτούς. Μουσικά χαρακτηρίζεται από τα δυνατά riffs και τα λυσσαλέα σόλο του αξιόλογου κιθαρίστα Steve Mironovich και το ανελέητο παίξιμο του AJ Pero στα τύμπανα. Στα φωνητικά βρίσκεται ο Ron Angell και στο μπάσο ο Sal Italiano (Mayne). Οι τέσσερις  μας χαρίζουν κομματάρες όπως τα Stop the race, Fight for your life, Cruel sea, In the still of the night, Innocent victim, ενώ η κορύφωση έρχεται με τον Mironovich να πυρπολεί την κιθάρα οδηγώντας μας στο σαρωτικό Deceiver που κλείνει τον δίσκο. Κοφτερό και ακατέργαστο αμερικάνικο metal αποτελεί την ουσία του ΑΑ και η εκμηδένιση του ανυποψίαστου-αλλά διαθέτοντα την απαραίτητη αντιληπτική ικανότητα ως προς τον σκληρό ήχο- ακροατή είναι εγγυημένη. Περισσότερα δεν γράφονται αλλά ακούγονται!

Δυστυχώς, η θύελλα του 1986 ακολουθήθηκε από την διάλυση της μπάντας το 1987. Ο AJ Pero επανήλθε στους Twisted Sister και άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο το 2015, ενώ ο μπασίστας έκανε ένα σύντομο πέρασμα από τους Anvil πριν μερικά χρόνια. Το μόνο που απομένει πλέον από το όνειρο της δεκαετίας του 80 είναι το βινύλιο. Tρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, το Αnnihilation Αbsolute παραμένει στην εμπροσθοφυλακή του US metal, τεκμήριο μιας ηρωϊκής εποχής, γεμάτης πάθος και αυτοπεποίθηση.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Fortress Unvanquishable

Πριν ακόμα διαβάσω κάποια ιστορία του, το άκουσμα του ονόματος Λόρδος Dunsany με είχε προϊδεάσει για κάτι μεγαλειώδες και μαγικό. Και οι προσδοκίες μου δεν διαψεύστηκαν αφού ο ιρλανδός Edward John Moreton Drax Plunkett (1878-1957), 18ος βαρόνος του Dunsany, είναι μια από τις πλέον γοητευτικές προσωπικότητες στον χώρο της Φανταστικής Λογοτεχνίας.


Δημιουργός φανταστικών ιστοριών, συγγραφέας θεατρικών έργων και ποιητής, αλλά και κυνηγός, sportsman και δεινός σκακιστής, αποτελεί σπάνια περίπτωση στην οποία η αριστοκρατική καταγωγή συναντιέται με ένα σπουδαίο λογοτεχνικό ταλέντο. Μεταξύ άλλων πολέμησε σε δύο πολέμους, ταξίδεψε εκτεταμένα και το 1940 ήρθε στην χώρα μας ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας αλλά σύντομα αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει λόγω της γερμανικής εισβολής. Ο Lovecraft ήταν θαυμαστής του έργου του, είχε παρτίδες με τον W. B. Yeats και το λογοτεχνικό κίνημα της ιρλανδικής αναβίωσης, ενώ διαβάζω πως ο πολύς Aleister Crowley του έστειλε μια επιστολή στην οποία εσώκλειε ως δώρο και κάποια περιοδικά ερωτικού περιεχομένου.

To 1908 εκδόθηκε η τρίτη συλλογή διηγημάτων του Dunsany, με τίτλο The Sword of Welleran and Other Stories. Περίεχει δώδεκα σύντομες ιστορίες και οι έλληνες αναγνώστες -τουλάχιστον οι παλιότεροι- μάλλον είναι εξοικειωμένοι με τρεις από αυτές (Το Σπαθί του Βέλεραν, Η Πτώση της Μπαμπουλκούντ, Το Άπαρτο Κάστρο), οι οποίες εμφανίστηκαν σε ανθολογίες των εκδόσεων Ωρόρα. 

Fortress Unvanquishable του S. Sime.

Tο διήγημα Fortress Unvanquishable, Save for Sacnoth (Το Άπαρτο Κάστρο) είναι μια από τις καλύτερες και πιο διάσημες ιστορίες του συγγραφέα. Οι κάτοικοι του χωριού Allathurion βασανίζονται από διαβολικούς εφιάλτες, τους οποίους στέλνει ο σατανικός μάγος Gaznak. Ο νεαρός Leothric αναλαμβάνει να σκοτώσει τον μάγο αλλά για να εκπληρώσει την αποστολή του πρέπει να αποκτήσει το μαγικό σπαθί Sacnoth που είναι ενσωματωμένο στο σιδερένιο πετσί του φοβερού δράκοντα Tharagavverug. O ήρωας σκοτώνει -με μάλλον κωμικό τρόπο- τον δράκοντα και εξοπλισμένος με το Sacnoth εισβάλει στο κάστρο του Gaznak και αφού αντιμετωπίσει του κινδύνους που κρύβουν οι αίθουσες του, σκοτώνει τον μάγο σε μια από τις πιο αλλόκοτες μονομαχίες στην ιστορία της Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Το Fortress αποτελεί αρχετυπική ιστορία ηρωϊκής φαντασίας -μια από τις πρώτες του είδους- αφού διαθέτει όλα τα στοιχεία που περιμένει να συναντήσει ένας αναγνώστης του χώρου: τον νεαρό ήρωα, την αναζήτηση, το μαγικό σπαθί, τον μάγο και τους δράκους. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο την διατρέχει μια ελαφριά σατιρική διάθεση (χαρακτηριστική του συγγραφέα), η οποία φαίνεται στον τίτλο του διηγήματος ή στον εκνευριστικό τρόπο με τον οποίο ο Gaznak επιμένει να αποσπά το κεφάλι του από τον λαιμό του κάθε φορά που ο Leothric επιχειρεί να το κόψει. Και φυσικά, ολόκληρο το διήγημα χαρακτηρίζεται από το εξαιρετικό ύφος γραφής του Dunsany και τα όμορφα ονόματα που δημιουργούσε η φαντασία του συγγραφέα. Ως ανάγνωσμα, είναι απαραίτητο για όλους τους φίλους του fantasy, αν και ενδέχεται η διακριτική φαιδρότητα του να ξενίσει ορισμένους.

The dreams came withering through the trees when the dark had fallen...
No one dares to close their eyes; no ones dares to reach for
sleep when nightmares wait for the call...
 
Ενενήντα χρόνια μετά την νίκη του Leothric, οι αμερικανοί Destiny's End κυκλοφόρησαν το 1998 τον πρώτο τους δίσκο με τον όμορφο τίτλο Breathe Deep the Dark και ένα μελαγχολικό "ντανσάνιο" εξώφυλλο: την μαγική ώρα του λυκόφωτος μια μοναχική φιγούρα ατενίζει κάποια ανώνυμα ερείπια, ίσως απομεινάρια κάποιας από τις φανταστικές πόλεις που καταράστηκαν οι Θεοί ή νικήθηκαν από τον Χρόνο. Σε αυτόν τον δίσκο, η μπάντα αποτίει φόρο τιμής στον Λόρδο Dunsany, στο The Idle City/Fortress Unvanquishable. Και αν το τεχνικό power metal των DE δεν καταφέρνει 100% να με κερδίσει, ωστόσο ως σύνολο ο δίσκος δικαιώνεται χάρη στη σκοτεινή του ατμόσφαιρα και τις αναφορές στην Λογοτεχνία του Φανταστικού. 


Γα άλλη μια φορά φανταστικές ιστορίες και μουσική μας οδηγούν στις Χώρες του Ονείρου, πέρα από το Λυκόφως. Και ακόμα πιο πέρα η Άκρη του Κόσμου, από την οποία πέφτουν ακόμα οι Slid και Pombo, και όπου το Χαρωπό Κτήνος τρώει τα λάχανα του Γέρου που Φροντίζει την Νεραϊδοχώρα. Αλλά αυτά κάποια άλλη φορά...

Αφορμή για την ανάρτηση μια δεύτερη ανάγνωση έργων του Dunsany κατά την διάρκεια μιας μακράς ανάρρωσης.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

The Voyage of Jonas

On my ship, the 'Rocinante'
Wheeling through the galaxies
Headed for the heart of Cygnus
Headlong into mystery
 
Οι στίχοι είναι γνώριμοι στους απαιτητικούς ακροατές: προέρχονται από το κομμάτι Cygnus X-1 του ιστορικού άλμπουμ A Farewell to Kings των μεγάλων Rush. Προφανώς αυτούς είχαν στο μυαλό τους οι Αμερικανοί Heart of Cyngus όταν επέλεγαν το όνομα τους. Βέβαια οι επιρροές από παλιούς Rush δεν περιορίζονται στη επιλογή του ονόματος αλλά διατρέχουν τον ήχο και την ευρύτερη προσέγγιση της αμερικάνικης μπάντας, η οποία το 2012 μας χάρισε μια από τις ωραιότερες κυκλοφορίες των τελευταίων χρόνων. Ο λόγος για το The Voyage of Jonas, τον τέταρτο δίσκο των HoC.


Οι HoC δισκογραφούν από το 2007 και στην ουσία αποτελούνται από δύο άτομα, τους Jeff Lane (φωνητικά, κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα) και τον Jim Nahikian (τύμπανα). Πρόκειται για μια μπάντα που καταφέρνει να προσφέρει ποιοτική μουσική, η οποία αν και τοποθετείται στο χώρο του progressive metal, δεν έχει σχέση με το κουραστικό και πολύπλοκο στυλ άλλων συγκροτημάτων του είδους. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι επιρροές τους εντοπίζονται στο prog-rock των Rush αλλά και στους παλιούς Iron Maiden, ενώ η θεματολογία τους είναι σταθερά προσανατολισμένη στο fantasy και την επιστημονική φαντασία.


Το TVoJ είναι χωρίς αμφιβολία η κορύφωση της πορείας των HoC. Πρόκειται για θεματικό (concept) δίσκο που αφηγείται μια ιστορία φαντασίας και αναζήτησης σε μακρινά και επικίνδυνα μέρη. Οι στίχοι είναι καλογραμμένοι και οι συνθέσεις υποστηρίζουν άψογα τον θεματικό πυρήνα του δίσκου. Το ΤVoJ περιέχει εξαιρετική μουσική, άρτια εκτελεσμένη από την μπάντα, με την έμπνευση να είναι φανερή και να ξεδιπλώνεται σε κομμάτια όπως τα Sailing North, White Witch, The Abyss of the Dragon, Moonrunner, The Isles of Ice. Όμορφες μελωδίες συνδυάζονται με προσεγμένη κιθαριστική δουλειά, η οποία σε ορισμένα σημεία -πχ το τελείωμα το Sailing North- εκτοξεύεται σε ύψη λυρισμού και συναισθηματικής φόρτισης. Η ποιότητα του δίσκου είναι αδιαπραγμάτευτη και παρά την σχετικά μεγάλη διάρκεια του (περίπου μία ώρα), το άκουσμα του δεν κουράζει αλλά διατηρεί το ενδιαφέρον του ακροατή ως το τέλος.

Climb abroad and cast away the lines, and hoist the sail
For we leave today at the light of dawn
Saying goodbye to everything I've ever known
Is not an easy thing, but I've got to go or I'll never know

 
Με το μουσικό ταξίδι του ανήσυχου Jonas, οι ΗοC απέδειξαν πως είναι δυνατό να παιχτεί καλό Heavy Metal ακόμα και στην εποχή μας, όπου τετριμμένο υλικό κατακλύζει τον χώρο του κλασικού ήχου. Δυστυχώς όμως δεν υπήρξε συνέχεια καθώς η μπάντα διαλύθηκε το 2014. Διαβάζω όμως πως ο Jeff Lane ετοιμάζεται να επαναφέρει το όνομα στην δισκογραφία. Απομένει να δούμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα, αν και θεωρώ πως το TVoJ δύσκολα θα ξεπεραστεί.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα 2016

Μάλλον το έχουμε ξαναγράψει πως η εποχή του Χειμερινού Ηλιοστάσιου είναι ιδανική για αναγνώση. Σε αυτό το πλαίσιο, το εκδοτικό γεγονός της περιόδου είναι χωρίς αμφιβολία η κυκλοφορία του κλασικού φιλοσοφικού έργου φαντασίας Ταξίδι στον Αρκτούρο, του σκοτσέζου συγγραφέα David Lindsay. Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αίολος σε μετάφραση Θωμά Μαστακούρη.


Πρόκειται για μια πολύ σημαντική προσθήκη στην ελληνική βιβλιογραφία και οφείλουμε να συγχαρούμε τις εκδόσεις Αίολος που επιμένουν να κυκλοφορούν κλασικά έργα του χώρου, σε πείσμα των καιρών. Καλές αναγνώσεις λοιπόν, και καλά Χριστούγεννα σε όλες/όλους. Θα επανέλθουμε σύντομα με ένα άλλο ταξίδι...

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Μπύρες τέλος

Η πλειοψηφία όσων έχουν υπάρξει φοιτητές στην Αθήνα μάλλον γνωρίζει το καφενείο-ουζερί Τηνιακό στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Προσωπικά το θεωρώ το καλύτερο μαγαζί που υπάρχει στην Αθήνα. Αυτό δεν οφείλεται στις χαμηλές τιμές του (αν και είναι ένας λόγος). Ο βασικός λόγος για την παραπάνω δήλωση είναι πως πρόκειται -ή μάλλον επρόκειτο- για ένα απολύτως αυθεντικό κατάστημα. Ούτε μουσική, ούτε χαμηλός φωτισμός, ούτε γκόμενες γκαρσόνες, ούτε οιουδήποτε είδους επιτηδεύσεις και περιττές μαλακίες. Μόνο φτηνές μπύρες και νεαρόκοσμος να συζητάει. Περάσαμε πολλές ευχάριστες βραδιές στο Τηνιακό, όσο ήμασταν φοιτητές αλλά και μετά, κοντά είκοσι χρόνια. Και γι' αυτό προκαλεί λύπη η ανακοίνωση του οριστικού κλεισίματος του, αύριο 11/12/2016.

Ωστόσο -εκτός από την ευνόητη συγκίνηση που προκαλεί-, το κλείσιμο του Τηνιακού παρουσιάζει ενδιαφέρον για έναν επιπλέον λόγο: δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να ευτελιστεί ο,τιδήποτε στη σημερινή ψηφιακή εποχή του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μπορεί να το διαπιστώσει αυτό κανείς εύκολα, διαβάζοντας διάφορα σχετικά άρθρα και σχόλια που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο.  Εκδήλωση ελιτισμού εκ μέρους μου; Όχι, απλώς εκφράζω έναν προβληματισμό που υφίσταται εδώ και αρκετό καιρό. Εξάλλου, τείνω στην άποψη πως στις περισσότερες περιπτώσεις ο ελιτισμός είναι ανυπόστατος και υπάρχει μόνο ψωροελιτισμός, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το πρόσωπο αυτών που τον εκφράζουν.

Από την μεριά μας, δεν μπορούμε παρά να ευχηθούμε καλή συνέχεια στους ηρωϊκούς και αγαπημένους ιδιοκτήτες του Τηνιακού που περνάει πλέον στη σφαίρα του θρύλου και να πιούμε μια μπύρα στην υγειά τους (αλλά και προς τιμή του μακαρίτη Greg Lake που έφυγε πριν μερικές μέρες), πλαισιωμένη από ένα κλασικό ανάγνωσμα για τις μακριές νύχτες του χειμώνα. Έστω και αν το μαγαζί δεν είχε Βεργίνες, αλλά βέβαια κανείς δεν είναι τέλειος. Farewell!